Lily Michaelides

 
 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

‘Ανάμνηση μιας Ανατολής’ ‘Remembrance of a Dawn’

Η ποιητική συλλογή Ανάμνηση μιας Ανατολής της Λίλης Μιχαηλίδου συνιστά χειροπιαστό τεκμήριο ενός είδους έκστασης, η οποία κατά κανόνα καταλαμβάνει τους επισκέπτες των Ινδιών. Είναι δύσκολο για κάποιον που δεν πήγε στις Ινδίες και δεν διάβασε αρκετά περί αυτής να εμβαθύνει στο πνεύμα της ενόρασης ή εξωκοσμικής τρόπον τινά γνώσης, που η μεγάλη αυτή χώρα ασκεί στους επισκέπτες από τη Δύση.

Ινδία
στο βάθος το σύννεφο
η ομίχλη της λήθης
ένας παρατεταμένο συναπάντημα
χρησμών…

Στην ποίηση της κας Μιχαηλίδου τα πράγματα και τα φαινόμενα της φύσεως υφίστανται αλλοιώσεις ή και μεταμορφώσεις χάνοντας τις εγγενείς ιδιότητές των:

Ο κόσμος μου χωράει αμέτρητους άλλους κόσμους
ταλαντεύεται και συχνά
πέφτει στο χάος της αρχής του…

Όταν ένας ποιητής κυριευθεί από την Ινδική Ιδέα, η οποία υποθέτω, βρίσκεται στον ίδιο παράλληλο με τη Δελφική Ιδέα του μακαρίτη Σικελιανού, η εμπειρική γνώση αποβάλλει τη βαρύτητά της, καθώς σώματα εμβαπτιζόμενα στο νερό. Η ποιήτρια αναφέρεται στο βαρύ μέταλλο της γνώσης, στον Γαλαξία που αλλάζει σκηνικό, καθώς το πάρκο στριφογυρίζει ακόμη κουλουριασμένο στα νυχτερινά σεντόνια…

Μέσα στη ρευστή ατμόσφαιρα μιας ύπνωσης, αναδύονται ωστόσο, ωσάν ηφαιστιογενείς νησίδες στην απεραντοσύνη των ωκεανών, κάποιες ρεαλιστικές στιγμές:

Το δείπνο πήρε θέση στο τραπέζι
τα νυφικά στριμωχτήκαν μες στις κασέλες…

Πέρασαν μαζί την πύλη
μπήκαν στον κορμό της πόλης
χώθηκαν βαθιά μέσα στα σπλάχνα της
κι έφαγαν από τ’ απόκρυφά της…

Συχνά ξεμυτίζουν καθαρώς λυρικοί τόνοι, όπως στο τεμάχιο με τίτλο Προσευχητής, που είναι μια κάπως σπάνια Ελληνική λέξη:

… ενώ η παρθένος ντυμένη στα λευκά
ολοκλήρωνε την όρασή του

στο αριστερό γυάλινό του μάτι
αντανακλούσε η απουσία της…

Στο αινιγματικό φως της περί Ινδιών ποίησης, κυριαρχούν καιρικά φαινόμενα: Ανατολές, δύσεις, δειλινά, σούρουπα, ξημερώματα, χαράματα, μεσημέρια… Οι λέξεις καταλήγουν σε ορμητικούς καταρράκτες:

‘Εβρεχε
και πλημμύριζαν τα ποτάμια
κατέβαιναν χείμαρρος οι λέξεις
παρασέρνοντας τη φρενίτιδα
της νιότης του…

Στις αναζητήσεις της κας Μιχαηλίδου απαντά ένας αμυδρός Ελιοτικός απόηχος. Ίσως όλως κατά τύχην:

The showers beat
on broken blinds and chimney pots
and at the corner of the streets… (T.S. Eliot – Preludes)

Η βροχή ξενυχτούσε στα σοκάκια της πόλης
σκαρφάλωνε στα κεραμίδια
τρύπωνε στις υδρορροές…

Οφείλω να εκθειάσω την γλώσσα της κας Λίλης Μιχαηλίδου, που είναι μια στρωτή καθημερινή ‘ομιλούμενη’, χωρίς ιδιωματισμούς και ακροβασίες. Διάβασα και τα δυο μέρη (Ηχώ Ινδίας και Απόηχος) αυτής της προσεγμένης δίγλωσσης (Ελληνιστί και Αγγλιστί) έκδοσης από τον Γκοβόστη, με αδιάπτωτο ενδιαφέρον. Θα ευχόμουν να περιληφθούν στην τέταρτη συλλογής της (η παρούσα είναι η τρίτη της συλλογή) και ολίγες ρίμες. Οι ρίμες είναι τα δαμάσκηνα στην τούρτα της ποιήσεως. Θα ήταν ποιητική ολιγωρία, εάν μας αποστερήσει αυτής της επιπρόσθετης σαγήνης στο πεδίο της στιχουργικής τέχνης, μιας τέχνης την οποία κατέχει ενδελεχώς.

Αντώνης Κωνστ. Ηλιάκης, Συγγραφέας
Λονδίνο, 25 Απριλίου 2003.

The collection of poems Remembrance of a Dawn by Lily Michaelides is concrete evidence of a kind of ecstasy, which as a rule seizes visitors of India. It is very difficult for an individual who has not visited India or hasn’t read enough about the country to delve deep into the spirit of enorasis or supernatural knowledge that this great country exerts on western visitors.
 

India
cloud in the background
the fog of forgetfulness
prolonged encounter
with prophecy…

In Mrs Michaelide’s poetry the things and phenomena of nature undergo changes or transformations loosing their intrinsic qualities:

My world contains countless other worlds
it vacillates and frequently falls back
into the chaos of its beginning…

When a poet is seized by the Indian idea, which I suppose, is in the same parallel cycle with the Delphic idea of the late Greek poet Sikelianos, knowledge derived out of experience loses its weight in the same was as bodies immersed in the water do. The poet refers to the heavy metal of knowledge, in the Galaxy which changes scenery, as the park continues to whirl round curled up in its nocturnal sheets…

In the liquid atmosphere of hypnosis, however, some realistic moments emerge like volcanic isles in the vastness of the oceans:

  
The meal took its place on the table
the bridal gowns were crammed into the trunks….

Together they went through the gate
went into the main body of the city
pushed deep into its very entrails
and ate of its secrets….

Frequently purely lyrical tones emerge, like the following under the title ‘Προσευχητής – The one at prayer’, which is a relatively rare Greek word:

While the virgin dressed in white
completed his vision

her absence reflected
in his glass left eye…

In the enigmatic light of poetry on India weather phenomena prevail: Dawns, sunsets, dusks, twilights, daybreaks and middays… words end up in impetuous falls:

 
It was raining
the rivers in flood
words rushing down in torrents
sweeping away the delirium
of his youth…

In Mrs Michaelide’s quests a dim overtone from Elliot answers.. maybe all by chance:

The showers beat
on broken blinds and chimney pots
and at the corner of the streets… (T.S. Eliot – Preludes)

The rain spent the night in the city’s alleys
climbed up on the tiles
burrowed into the drains…

 
I have to extol Mrs Michaelide’s use of the language. Her language is smooth, day to day vernacular without any idioms and acrobatics. I read with unabated interest both parts (Sound of India and Echo) of this very well taken care of bilingual edition from Govostis. In her next fourth collection of poems I would like Mrs Michaelides to include some rhymes as well. Rhymes are the plums on the cake of poetry. In my opinion it would amount to a poetic negligence. If the poet would deprived us of this additional charm, of which we know that she has a complete mastery…

Antonis Constantinou Eliakes, Author
London, 25th of April 2003.

   

O KOΣΜΟΣ μου χωράει αμέτρητους άλλους κόσμους
ταλαντεύεται και συχνά πέφτει
στο χάος της αρχής του
Όλο και κάτι βλασταίνει, το χώμα γεννά νερό
φωτιά και αίμα, αυγαταίνουν οι μέρες
ρέει η μια μετά την άλλη σαν το ποτάμι
Kαλωσορίζω το νερό που ξεπλένει το σώμα
η καρδιά μου γεμίζει και τότε σαστίζω
για τη ζωή που ξεπηδά μέσα μου
Eίναι αλήθεια ότι για να νιώσεις τη ζωή
πρέπει να την αγγίξεις με τα χείλη, να τη γευτείς
να την αναγνωρίσεις με τα μάτια
να τη γδύσεις με τα χέρια
ν’ αγαπηθείς με τα σημάδια της
να γίνεις ο κρυφός εραστής των ημερών της
σε μια ατέρμονη συνουσία
αναπαραγωγής

Tα μάτια μου κολυμπούν ήδη
μπλέκονται στα πλοκάμια
αρπάζουν τα νήματα
ψάχνουν μιαν αρχή σε κάθε τέλος…

Θεέ, κάνε το σύννεφο φτερό μη ξεπλυθούν τα μάγια
Kάνε να μη βρεθεί η άκρη ή το τέρμα της κραυγής
Oι άνθρωποι αγαπούν, ερωτεύονται
Kάνε τη γέννησή τους ένα μυστήριο σιωπής και άγνοιας

MY WORLD contains countless other worlds
it vacillates and frequently falls back
into the chaos of its beginning
But something is always sprouting, the soil gives birth to water, fire and blood, my days multiply
one running after the other like a river
I welcome the water cleansing my body
my heart fills and then I am bewildered
by the life which springs inside me
It is true, to feel life
you must put your lips to it, taste it
recognize it by sight
undress it by hand
fall in love with its scars
become the secret lover of its days
in endless reproductive intercourse


My eyes are already swimming
becoming entangled in tentacles
seizing hold of threads
searching for a beginning in each end…

God, make the cloud a wing so the magic may not wash away
May the edge or the end of the cry never be found
People love, fall in love
Make their birth a mystery of silence and innocence…

   

Nύχτα στο Παλιό Δελχί

                                        στον Aniel
Προτού ξεθωριάσει
το λουρί του χρόνου
ήρθαν πάλι να ξυπνήσουν τους αγγέλους
που κατοικούσαν στη μεριά της νύχτας
εκείνης της νύχτας στην Iνδία
καθώς χιλιάδες ζευγάρια μάτια ξενυχτούσαν
όχι για κάποιο άλλο λόγο μα σίγουρα
γιατί πονούσαν

πέρασαν μαζί την πύλη
μπήκαν στον κορμό της πόλης
χώθηκαν βαθιά μέσα στα σπλάχνα της
κι έφαγαν από τ’ απόκρυφά της

Oι ψυχές
συγκεντρώθηκαν πάνω απ’ τις στέγες
κι η μεταμεσονύχτια βροχή
καθάρισε τα σώματα
ξέπλυνε τα χρώματα απ’ τους τοίχους
ακολούθησε το νέο της προορισμό…

Oδηγημένοι πια σ’ αυτό που δεν ορίζεται
σε ό,τι αναμοχλεύει το ρεύμα της νύχτας
αφέθηκαν στην πλάνη του κόκκινου δρόμου
που ταξίδευε στις αρτηρίες τους


Mάρτης, 2001

Night in Old Delhi
                                        to Aniel

Before the thread
of time faded
they came once more to wake the angels
who resided in the nocturnal quarter
of that night in India
as thousands of pairs of eyes
spent that night awake
for no other reason surely than
because they were in pain

together they went through the gate
went into the main body of the city
pushed deep into its very entrails
and ate of its secrets

The souls
gathered above the roofs
and after midnight rain
cleansed the bodies
rinsing the colours from the walls
followed its new destination…

Led by them to what has not been defined
to whatever riles the current of night
they abandoned themselves to the delusion of the red trail that travelled in their arteries

March, 2001

   

Διάστημα Θλίψης

Aγάπησα τον ψίθυρο των φιλιών

Γέμισα με ένταση την απόσταση
προσπαθώντας να ξεχάσω
τον πυρετό που ένιωθα
καθώς ξεχείλιζε η διαύγεια
της γλώσσας σου
τρύπωνε σαν κισσός
μέσα στους πόρους
σάλευε η ενότητα του σώματός μου
κι έσμιγα τα δάχτυλα
αδυνατώντας να συγκρατήσω
το διάστημα της θλίψης
που με βαραίνει

Θα καθηλώσω το φεγγάρι
να μη χαθώ στο δρόμο
των ματιών σου

Space of Grief

I loved the whisper of the kisses

I filled distance with intensity
endeavouring to forget
the fever I felt
as the transparency of your tongue
overflowed
burrowed like ivy
into my pores
unsettling my body’s unity
and I entwined my fingers
unable to maintain
the space of grief
weighing me down

I will nail the moon down
lest I should stray
from the path of your eyes

   

Aποπλάνηση

Διέσχισε     με
τα μάτια του
το σώμα μου
προσεκτικά
καθώς παιδί
τα πρώτα του βήματα

Xάθηκε κάπου μέσα στα μαλλιά

Tον είδα ν’ απομακρύνεται
ξεχώρισα
το άσπρο μπαστούνι στα σκοτεινά
π’ ακούμπησε το
παραπέτασμα της νύχτας

Self-Delusion

He went
over my body
with his eyes
carefully
as a child
its first steps

He was lost somewhere amid the hair

I saw him move away
I made out
the white cane in the dark
leaning on
the screen of night

   
Xρωματιστό Παράθυρο

                                      στη Pέα

Tι είναι στ’ αλήθεια
αυτό που πλανάται μέσα μας

Eίναι η μνημοσύνη του χώματος
του αέρα
της σκόνης
Eίναι οι αναπνοές οι μυρωδιές
κάτω από έναν ουρανό
χωρίς σύνορα

Eίναι το κρυφό ξυπνητήρι του χρόνου
το αόρατο βελούδο της λαγνείας
η πατημένη ανεμώνη στα χαλάσματα
ένα τραγούδι από λαρύγγι μαντεμένο
το βάθος του σκοταδιού
το κράμα των σκιών στις παρειές
της νύχτας
ο ήχος της βροχής στα καταλύματα
η γεύση της αρχής
της ουσίας
και του άπειρου
η όραση του σύμπαντος
για μιας στιγμής αναλαμπή…

Eίναι ο κορμός της ύπαρξης
το γλίστρημα της όρασης
οι δεσμοί της φύσης
τ’ ανοιχτά μονοπάτια
τα φώτα βυθισμένα στην αχλή
τα ελεύθερα λιβάδια
τ’ αέρινα σκαλοπάτια
Tο φως της μέρας
τρυπώνει στο σκοτάδι των ματιών
στους ώμους βαραίνει
ζωή και θάνατος

Λίγοι μπορούν να νιώσουν
τη μυστήρια αύρα
τους κραδασμούς της γης
κάτω απ’ τα πέλματα
την κραυγή των σωμάτων
καθώς σκαλίζουνε τα όνειρα
την ένταση του χρόνου
καθώς αχνίζ’ η ζωή…

Xρώματα κρέμονται απ’ τα κάγκελα
χρώματα
χρώματα φιγούρες
η σάρκα μες στο μπλε το πορφυρό
το κίτρινο τη βαθιά ώχρα

Στα πάνω στρώματα του ορίζοντα
χρωματιστά πουλιά σ’ ανάκατες σειρές
στα κάτω στρώματα της γης
δυο χέρια σκάβουνε το χώμα
Tα δυο γίνονται τέσσερα
τα τέσσερα οκτώ
τα οκτώ δεκάξι
μια ιστορία που συνεχίζει
συμφιλιώνοντας το χθες με το σήμερα
καιροί μαζί και χώρια
ζωή κοινή
κοινός κορμός
ο άνθρωπος!

Σταμάτησε ο χρόνος
στο σταθμό του τρένου
κατέβηκαν οι αναμνήσεις
κι οι παλιές αισθήσεις
χρόνια ταξίδευαν στις ράγιες του μυαλού
στους διαδρόμους του λαβύρινθου
σε αναζήτηση της φλόγας

Πλανόδιες ώρες
ανοιχτό μπαλκόνι στον ορίζοντα
δρόμοι, φωνές
βουή των αεικίνητων υποστάσεων
μούρμουρο της μετακινούμενης άμμου
στο φύσημα του αέρα…

Iνδία
Στο βάθος το σύννεφο
η ομίχλη της λήθης
ένα παρατεταμένο συναπάντημα
χρησμών
η ανάμνηση μιας αποστολής
η ανάμνηση μιας ανατολής
η ανάμνηση μιας δύσης…

Nέο Δελχί, 2000

Stained Glass Window

                                      to Rea

Truly what is it
that roams round within us

It is the recollection of soil
of air
of dust
It is the respiration the smells
beneath a sky
borderless

It is the hidden alarm clock of time
the invisible velvet of lust
the anemone crushed in the ruins
a song from a throat divined
the depth of darkness
the amalgam of shadows on the cheeks
of night
the sound of rain on huts
the taste of beginning
of essence
and the infinite
the vision of the universe
for a moment all agleam…

It is the trunk of existence
the gliding of vision away
the ties of nature
the paths opened wide
light submerged in mist
the meadows freely spread
the aerial stairways
The light of day
penetrates the darkness in the eyes
the shoulders burdened
by life and death

Few are able to feel
the breeze of mystery
the tremors of the earth
beneath the falling feet
the outcry of bodies
as they are raked by dreams
the keenness of time
as life steams…

Colours hanging over the balustrades
colours
colours figures
flesh there amid the blue the purple
the yellow the deep ochre

On the upper layers of the skyline
coloured birds in jumbled rows
on the lower layers of the earth
two hands digging in the soil
the two turn into four
the four eight
the eight sixteen
a story that continues
reconciling yesterday with today
times together yet apart
life shared
body shared
the human being!

Time stopped
at the train station
remembrances stepped down
and old sensations
that for years traveled on the mind’s rails
along the corridors of the labyrinth
in quest of flame

Itinerant hours
balcony open on the horizon
roads, voices
roar of perpetually moving existences
murmur of sand shifting
in the wind…

India
Cloud in the background
the fog of forgetfulness
prolonged encounter
with prophecy
remembrance of a mission
remembrance of a dawn
remembrance of a sunset…

New Delhi, 2000

   
 
Untitled Document
  [ Copyright © Lily Michaelides all rights reserved ]
  Design & Development by INBOX DESIGN LTD