Lily Michaelides

 
 
 
 

Συνάντηση με τον Tούμας και  τη Μόνικα Τράνστρεμερ

 

Eβαλα το σωστό συνδυασμό, κι η πόρτα άνοιξε  σχεδόν ταυτόχρονα. Ανέβηκα  τους ορόφους ακολουθώντας το ξύλινο κιγκλίδωμα της πλατιάς σκάλας, έφτασα στον τέταρτο. Όλες οι πόρτες είχαν τα ονόματα των ενοίκων. Πάτησα το κουμπί του κουδουνιού ακούγοντας την ίδια στιγμή τον ήχο του από τη μέσα μεριά. Μου άνοιξε η Μόνικα. μια ανθρώπινη χειραψία, ένα ανοιχτόκαρδο καλωσόρισμα που δυνάμωσε την επικοινωνία μας.

 

Όλα τα δωμάτια έβλεπαν προς τη λίμνη. τα  παράθυρα ήταν ανοιχτά και τα μάτια μου έφταναν έως τις μακρινές γειτονιές του απέναντι νησιού. Είχα την αίσθηση πως βρισκόμουν σ’ ένα κήπο με ψηλά δέντρα ολόγυρα που τα κλαδιά τους δεν ήταν παρά βέργες στον άνεμο. Έξω πυκνές νιφάδες χιονιού σαν χαρούμενοι υπνοβάτες προσγειώνονταν απαλά στις στέγες. Ένα χειμωνιάτικο τοπίο στο χλωμό δέρμα του πρωινού.

 

Ο Τούμας καθότανε στο δωμάτιο με το πιάνο. όταν με είδε κινήθηκε λίγο απ’ τη θέση του κι ένιωσα πως κινήθηκε μαζί κι η επιθυμία του να με χαιρετήσει. Πήγα κοντά του και του κράτησα το χέρι, το αριστερό, γιατί το άλλο είναι μόνιμα διπλωμένο πάνω στο στήθος του μετά το εγκεφαλικό. Ένα ζεστό χαμόγελο κάθισε στα γερασμένα του χείλη. τα μάτια του βυθίστηκαν μέσα μου μιλώντας σε μια γλώσσα που με απορρόφησε. Προσπάθησα  να αποκρυπτογραφήσω το κάθε του νεύμα, τις λεπτές αόρατες κινήσεις της γλώσσας του, τη δυνατότητά του να σκέφτεται ακόμη ποιητικές εικόνες ενός άλλου κόσμου.

 

Η Μόνικα πήγε να ετοιμάσει τον καφέ. Ο Τούμας σηκώθηκε αργά, με πολλή δυσκολία αλλά προσεκτικά, με αποφασιστικότητα, με μια εσώτερη δύναμη στη σκέψη που έδινε οδηγίες στα μέλη του που όφειλαν να υπακούσουν. Πήρε το μπαστούνι και έκανε δυο τρεις βηματισμούς, πάλι πολύ προσεκτικά και αργά, προς το πιάνο. Μετακίνησε σιγά σιγά το κάθισμα φέρνοντάς το στη θέση που τον βόλευε, και κάθισε. Άνοιξε μπροστά του τις παρτιτούρες. Διάβασα «πιάνο για το αριστερό χέρι», κι άρχισε να παίζει μια μελωδία που πέρασε όλη στα μάτια μου κι ανατάραξε τα δάκρυα. Αυτή η απλότητα των δαχτύλων, η αξιοπρέπεια του ήχου που δεν έχει αρχή ούτε τέλος. Στάθηκα δίπλα του παρακολουθώντας το χέρι του με πόση επιδεξιότητα αλλά και αγάπη ακουμπούσε τα πλήκτρα προσπαθώντας να συναρμόσει τη γνώση με την πράξη και να τις ζωντανέψει στις άκριες των δαχτύλων του.

Μια μεγαλοψυχία το παραπληγικό του βίωμα που ξεδιπλώνεται καθημερινά και καταγράφεται με απλές λιγοστές κινήσεις. Καθρεφτίστηκα στις αόρατες σήραγγες εντός του. Ανασύροντας εκείνη ακριβώς τη στιγμή μέρος της ψυχής μου, μπόρεσα να κατανοήσω το άχρονο τοπίο από το οποίο ξεκινά κάποιος να δημιουργεί, μη γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνο μα και μαγευτικό είναι να καταβυθίζεσαι στα πηγάδια των λέξεων… λεπτομέρειες που στοιχειοθετούν την ανάγκη του ανθρώπου για μιαν ασύνηθη ζωή.

 

Ήρθε ο καφές. Η Μόνικα τον ακούμπησε στο τραπεζάκι του σαλονιού, μαζί μπισκότα και ψωμί από καλαμπόκι. Μας φώναξε. Και πάλι μόνος του σηκώθηκε και με τη βοήθεια του μπαστουνιού έκανε τα σωστά βήματα χωρίς ούτε ένα δισταγμό, μια απωθητική σκέψη που θα τον ανάγκαζε να μετανιώσει. Προχώρησε και κάθισε στο κάθισμα που κατοικεί για χρόνια σ’ αυτή τη μεριά του δωματίου, δίπλα στο παράθυρο. «Η αγαπημένη του θέση» λέει η Μόνικα και αργά αλλά σταθερά, με το αριστερό του χέρι πήρε το φλιτζανάκι του καφέ κι άρχισε να πίνει γουλιά γουλιά, τυλιγμένος σ’ ένα όνειρο ισοδύναμο με τον δικό του κόσμο, μέσα στις πτήσεις της δικής του ελεύθερης σκέψης.

 

Μοιραζόμαστε αυτό που διασταυρώνεται καθημερινά με τα βήματα μας κατά το ξημέρωμα, το ηλιοβασίλεμα και τη νύχτα που τα συνθέτει, έναν ίσως αισθαντικό κώδικα, τις συναρπαστικές του λεπτομέρειες, που τις προσπερνούμε αδιάφορα, κι άξαφνα, τις ανακαλύπτουμε σε μια απλή  χειραψία, σε ένα νεύμα του ματιού, στον τρόπο που τα δάχτυλα τυλίγονται στο φλιτζανάκι του καφέ… αυτά στριφογύριζαν στη σκέψη μου, απολαμβάνοντας τον καφέ, τη γεύση του ψωμιού, τις κερματισμένες λέξεις που έβγαιναν απ’ το στόμα του. Η υγρασία των ματιών του μ’ έκανε να αντιληφθώ το ουσιαστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται, με προέτρεψε να ανασύρω και να ξαναδιαβάσω την ποίησή του για να μπορέσω να δω «αυτό που αστράφτει απρόσιτο»

 

«Σέρνομαι σαν άγκυρα στον πυθμένα της θάλασσας» μου ψιθυρίζει

«και τι δεν πιάνω που δεν το χρειάζομαι

Κουρασμένη αγανάκτηση, πυρωμένη αυτοεγκατάλειψη

Οι δήμιοι φέρνουν πέτρες, ο Θεός γράφει στην άμμο

Σιωπηλά δωμάτια

Τα έπιπλα στο φως του φεγγαριού, έτοιμα να πετάξουν

Εισέρχομαι αργά στον εαυτό μου

μέσ’ από ένα δάσος από άδειες πανοπλίες» *


Ένα δέντρο ο ποιητής με γερή ρίζα. Η κορυφή του πυκνή και πάντα αειθαλής. Ένας κορμός στιβαρός τα ανάπηρα πόδια του, κι ένας κλώνος καταπράσινος το αριστερό του χέρι.

Σα χοντρό σχοινί  ο ποιητής, καρφωμένο σε στέρεο, σκληρό έδαφος. Δεμένο στην αντίσταση του χρόνου, συνδέει τους παλμούς του με την ισορροπία του πεπρωμένου του, με τη μυστική δύναμη της θέλησής του.

 

Συνάντηση με τον Tούμας και  τη Μόνικα Τράνστρεμερ

Δεκέμβριος, 2009

 

* ποίημα του Τούμας Τράνστρεμερ

Meeting Tomas and Monica Tranströmer

 

I ENTERED THE CORRECT COMBINATION AND THE DOOR OPENED ALMOST IMMEDIATELY.

I climbed up the floors following the wooden hand rail of the large stairs; I reached the fourth floor. Each door was labeled with the name of its owners. I pressed the doorbell and listened as its sound traveled along the other side of the wall; Monica opened the door. A human gesture, an open-hearted welcome strengthened our communication.

 

All the rooms were facing the lake. The windows were open and my eyes could see as far as the faraway neighborhoods of the island across. I had the feeling I stood inside a garden enveloped by tall trees with branches swaying feebly in the wind. Outside, thick snowflakes landed softly onto the roofs like joyous sleepwalkers: an artistic landscape colored in pale morning hues.

 

Tomas was sitting in the piano room; upon looking at me, he moved a little, stirring what I thought was the wish to greet me. I approached him and shook his hand – his left hand, as his right one lies permanently folded across his chest after the cerebral accident. A warm smile dawned across his old man’s lips; His eyes sank inside mine, his language grasped me. I tried to decipher every nod he made, the thin imperceptible movements of his tongue, his skill: he still evokes poetic images of another world.

 

Monica went inside to make coffee. Tomas stood up slowly, with difficulty; yet carefully, decisively, with an inner strength that fiercely commanded the limbs to obey. He gripped the cane and ventured two-three steps, again very carefully and slowly, toward the piano; bit by bit, he placed the piano stool in the most comfortable position and sat. The music score was entitled “Piano for the Left Hand”. The melody he chose to play took shape in front of my very eyes, stirring up tears.

 

Such simplicity in the fingers, such dignity of sound that knows neither beginning nor ending… I stood beside him watching his dexterous hand lovingly touching the ivories, trying to seam knowledge and deed together and bring them both to life with his fingertips. Magnanimously, his paraplegic experience unfolds each day, spread across a few simple movements.

 

I saw my reflection in the invisible tunnels within him. And that precise moment, by summoning a piece of my soul, I was able to understand the colorless landscape from which someone departs in order to create, ignoring how dangerous yet enchanting it is to sink deep into the wells of words… details that compile the human need for an extraordinary life.

 

Coffee was ready. Monica placed the cups on the lounge table, served with biscuits and cornbread; then she called us. Once again, he stood up on his own and leaned on his cane to take the right steps without the least hesitation or repulsive thought that would force him to change his mind. He went on to sit on the chair that for years now has been a feature of this side of the room, next to the window. “His favorite spot”, Monica said. With a familiarly unhurried yet steady move of the left hand, he picked up the cup and began sipping, enwrapped in a dream that equaled his own world, inside the flights of his own free thought.

 

We share what intersects daily with our steps when dawn breaks, when the sun sets and night falls. It is perhaps a luscious code, its fascinating details that we overtake indifferently… until they pop up unexpectedly in a simple gesture, a nod, the way the fingers embrace a cup of coffee…  Thoughts whirled inside my mind as I indulged myself with coffee, delicious bread and the broken sound of the words he uttered.  

 

The moisture in his eyes made me realize the essential environment within which he moves. He urged me to revisit his poetry, in order to perceive “the inaccessible that sparkles!” 

 

The poet, a tree with deep roots and dense crown, evergreen. His invalid legs, a sturdy trunk; his left hand, a verdurous branch.

 

The poet, like a thick rope set on solid, harsh earth. Tied safely against time’s resistance, it links his pulse to the equilibrium of his fate, with the secret force of his will…

 

Lily Michaelides                               Translated by Despina Pirketti

 

Visiting Tomas and Monica Tranströmer

Stockholm, December 2009

ΣΤΟ MONTPEYROUX

Ζω στο μακρινό παρελθόν
σ’ ένα χωριό χτισμένο πριν από αιώνες
μέσα ζωντανό
έξω γαλήνιο

Εκτός κι αν στην αχλή του πρωινού
ξεπροβάλει η Βασίλισσα Μαργκό
εύθραυστη σαν υγρασία
ζωηρή σαν φτερούγα

στην αγκαλιά του εραστή της
ν’ ακουμπάει στον πέτρινο τοίχο
για ένα παράφορο φιλί
ένα χάδι κρυφό
κάτω απ’ τους ταφτάδες…


 


Untitled Document
  [ Copyright © Lily Michaelides all rights reserved ]
  Design & Development by INBOX DESIGN LTD