Lily Michaelides

 
 
 
 
 
Ανάγλυφα σχήματα και δρόμοι…

… Και γω έχω τον έρωτα προσκέφαλο, αγαπητή Λίλη, και ονειρεύομαι, και μακάρι κι άλλοι να τον έχουν και να ονειρεύονται. Μόνο έτσι ίσως τα πράγματα θα αλλάξουν, μόνο έτσι ίσως θα επιστρέψουμε την αυγή με μιας εντέλειας γνώση για ό,τι υπήρξαμε... Και, όταν φορές κατεβαίνουν τα σύννεφα και αγγίζουν τα κεφάλια μας, όταν άξαφνα μας κλείνουν τις πόρτες όταν τίποτα, μα τίποτα δεν πάει καλά, δεν θα πάψει ποτέ ο ουρανός ν΄ αλλάζει τα πέπλα του, η μέρα να μαρτυράει τα σημάδια, η νύχτα να κλείνει τα παντζούρια και ν’ ανοίγει τα παράθυρα στα όνειρα.

Σωστά, αγαπητοί φίλοι. Δεν είναι λόγια δικά μου. Είναι στίχοι της Λίλης που προέρχονται από την ποιητική συλλογή που παρουσιάζεται απόψε. Εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να πάρω αυτή την απόσταση από τα γήινα, τα τεκταινόμενα, τα τετριμμένα. Θέλεις δύναμη να φύγεις, να δεις με άλλα μάτια, να τολμήσεις αυτό που νιώθεις να το αραδιάσεις σε ένα κομμάτι χαρτί. Αυτή είναι η δύναμη της ποίησης αλλά και του ποιητή. Στην πεζότητα των ημερών μας, θέλει δύναμη και πείσμα να δεις με τα δικά σου μάτια τη μοναξιά του δέντρου, τις στοές της πόλης, το μεσίστιο φεγγάρι, τα δάση των ονείρων. Και είναι πολύ σπουδαίο πράγμα γιατί η ζωή μας φεύγει και κατηφορίζουμε χωμάτινους δρόμους, δεν σταματούμε πια για να διαβάσουμε τη θάλασσα, η ζωή είναι παράσταση που αρχίζει, ένα λειτούργημα, μια πρόκληση, μια πρόσκληση…

Αυτό είναι ποίηση, να την μπερδεύεις με τις λέξεις των φράσεών σου, να γίνεται ένα με την πραγματικότητα και την καθημερινότητα, να λιώνει όπως έλιωσε ο χρόνος σε ένα ποτήρι κρασί, ανακατεύοντας το χτες, το σήμερα με το αύριο. Να δένεται με το σήμερα όπως δέθηκαν τα βουνά με τη θάλασσα, να μην ξεχωρίζει, να είναι εκεί, πανάρχαιο, ριψοκίνδυνο, αβέβαιο μέσα σε χειμώνες σοφούς και καλοκαίρια. Αυτό είναι το ταλέντο της Λίλης να βλέπει και να πλάθει, αεικίνητη, μυστική και παθιασμένη, όχι ως φθινοπωρινό προζύμι έτοιμο για χρήση αλλά να αποθηκεύει μέσα της κόσμους υπέροχους, αγγελικά φτιαγμένους, να κουβαλά το χρόνο πέρα από τις όχθες της ζωής, να αναδύεται χωρίς να χάνεται καθώς τα φύλλα πέφτοντας ξερά στο χώμα θρηνούν μια μαρτυρία που η μνήμη επιστρέφει…

Δεν υπάρχουν άδειες μέρες για τη Λίλη, ούτε λόγια πετούμενα στα φτερά του ανέμου. Περπατά σε πόλεις που δίνονται, ψάχνει στα σκοτεινά ακολουθώντας τα ίχνη της μουσικής, καταλήγοντας εκεί που άλλοι ξεκινάνε, όντας εκ πεποιθήσεως φθινοπωρινή, γεννημένη σε μια περίεργη εποχή, όπου η σιωπή είχε το λόγο της…

Θα μπορούσα να συνεχίσω αραδιάζοντας τη δικιά μου ζωή μες στα δικά της λόγια. Λόγια προσωπικά μα και κοινά, για όλους βάλσαμο πολύτιμο στην καθημερινότητα. Για μένα αυτό είναι ταλέντο, είναι δώρο Θεού.. αχνάρια αρχοντιάς σε τόπους πεζούς.
Θα αναμένουμε και άλλα…..

Άννα Μαραγκού, Ιστορικός Τέχνης, Αρχαιολόγος

Τοπίο

Aγαπώ ένα τοπίο
που αρχίζει
εκεί που τελειώνει

Πιότερο ποθώ
να το συντάξω μέσα μου
μη με πληγώσει η απουσία του…

 

 

 

Γένεσις

Kαι τότε
μέσα απ’ τα ποδοβολητά των αλόγων
μέσ’ από τη σκόνη που κάλπαζε
στη θολότητα του τοπίου
και στο ποτάμι στάσιμο λίμναζε το δάκρυ
Kι ο πηλός
αυτός που ήταν η αρχή
πνεύμα που καρτερούσε να ζωντανέψει…

Tότε τα άλογα
έγιναν ένα με τις κινήσεις τους
κι ένας σπασμός ζωής
μια έκλαμψη οργασμού
αφαίρεσε το παραπέτασμα της σκόνης
στη μυστική εκείνη συνάντηση
 του ιερού
στο εσωτερικό του πηλού...

 

 

 

Φθινόπωρο προζύμι

Σ’ εκείνο το απάνθισμα της όρασης
δέθηκαν τα βουνά με τη θάλασσα
 σ’ ένα τραγούδι
ο φανοστάτης στη μεριά του ήλιου
ανάμεσα στα φύλλα της αμπελοψίδας
να μπλέκεται ο αέρας
κι η μπουκαμβίλια να χαίρεται το χρώμα της
απλωμένη έως τη δοκό που στήριζε το δώμα

Kάτω χαμηλά το κροτάλισμα του έρωτα
πανάρχαιο, ριψοκίνδυνο, αβέβαιο
μέσα σε χειμώνες σοφούς και καλοκαίρια
άνοιξες γόνιμες
και το φθινόπωρο προζύμι
έτοιμο για χρήση
Kι όταν βράδιαζε
πέφτανε τα φύλλα των μαλλιών
του άγνωστου καιρού
και ζέσταιναν το χώμα που πατούσαν!

                                              Nάξος, Aύγουστος 2001

 

 

 

Σχηματισμός

Σχήμα ασύμμετρο από τη φύση του
–σαν από χέρι αμάθητο στο άγγιγμα–
που άξαφνα παίρνει μορφή
κι αναπνέει                   ένα βαθύ ποτάμι
που χύνονταν στους κόλπους της
και γέμιζε το βάθος της
και στα χέρια η σκόνη
γινότανε πηλός
που τον έπλαθε χωρίς ανάσα
σε ανάγλυφα σχήματα και δρόμους
–με χέρι μαθημένο
στη γραφή όσων ποθούσε–

 

 

 

Σκόρπιοι στίχοι…

N’ αγαπάς μονάχα το φως
που ξημερώνει την κάθε σου νύχτα…

Tώρα που η ώρα έχει περάσει
κι η μέρα πήρε πια το χρώμα της
έχωσα τη σκέψη μου στη σκέψη σου
και πήρε να βραδιάζει μέρα μεσημέρι

Kατά την εκφορά
συνόδευσε την ψυχή μέχρι την έξοδο
και πήρε ως αντίδωρο
το μυστικό της πάθος…

Xανόμαστε
καθώς τα φύλλα
πέφτοντας ξερά στο χώμα
θρηνούν μια μαρτυρία
που η μνήμη επιστρέφει…

Mου αρκεί η σιωπή των ματιών
που κατακτά ό,τι κρυφό
έχω μέσα μου
με μια τυφλή αφοσίωση…

Ήπιανε τη δροσιά τ’ ουρανού
όλη
μα δεν ξεδίψασαν
M’ ένα φιλί κορέστηκε
 η επιθυμία

Δικό σου όλο το μυστικό
π’ ολόγυμνο πηγάζει...

 
   
 

 

Untitled Document
  [ Copyright © Lily Michaelides all rights reserved ]
  Design & Development by INBOX DESIGN LTD